Ενέργεια: Δεν προλαβαίνουν τα άλματα τιμών

Ενέργεια: Δεν προλαβαίνουν τα άλματα τιμών | energy 1

Πρώτη φορά οι τιμές της Ενέργειας στην Ευρώπη ανεβαίνουν σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί ξανά, με ταχύτητα που δεν έχει σημειωθεί ποτέ στο παρελθόν. Οι αναλυτές μιλούν ήδη για μία τέλεια καταιγίδα, που φέρει χαρακτηριστικά των πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και του 1979. Και αυτό, γιατί η τρέχουσα ενεργειακή κρίση, που προκλήθηκε σε πρώτη ανάγνωση επειδή ανέκαμψε η ζήτηση σε Ενέργεια μετά τη μεγάλη υποχώρησή της στο απόγειο της πανδημίας, και σε δεύτερη λόγω πολιτικών και γεωγραφικών παραγόντων, όπως είναι, για παράδειγμα, η πάγια εκδικητική διάθεση της Ρωσίας απέναντι στις ευρωπαϊκές χώρες, που δεν έχουν κλειστά σταθερά συμβόλαια για τον απρόσκοπτο εφοδιασμό τους σε φυσικό αέριο από τις «πηγές» της, δεν δείχνει σημάδια κάμψης εν όψει της έλευσης του χειμώνα. Και για να γίνουν κατανοητά τα μεγέθη των αυξήσεων πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το ολλανδικό «Title Transfer Facility» (TTF), οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 360% μέσα σε διάστημα ενός χρόνου, από 16 ευρώ ανά μεγαβατώρα στις αρχές του Ιανουαρίου, σε 75 ανά μεγαβατώρα στα μέσα του Σεπτεμβρίου.

Παρόλο που η Ε.Ε. περιορίζει σταδιακά τη μακροχρόνια εξάρτησή της από ορυκτά καύσιμα (οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έγιναν η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας της ένωσης για πρώτη φορά το 2020), η αλλαγή αυτή δεν γίνεται τόσο γρήγορα και τόσο εκτεταμένα, ώστε να περιορίσει τις συνέπειες από την κρίση. Από κοινού το φυσικό αέριο και ο άνθρακας εξακολουθούν να παρέχουν πάνω από το 35% της συνολικής παραγωγής της Ε.Ε., με το αέριο να αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα πέμπτο. Στο μεταξύ, το ενεργειακό μείγμα παρουσιάζει άλλη εικόνα στα διαφορετικά ευρωπαϊκά κράτη, αφού τα ορυκτά καύσιμα έχουν μικρό μερίδιο στη Σουηδία, τη Γαλλία και το Λουξεμβούργο, αλλά αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% της συνολικής παραγωγής στις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, τη Μάλτα και την Κύπρο. Με δεδομένο ότι ο άνθρακας, το πιο ρυπογόνο καύσιμο, σταδιακά εγκαταλείπεται, πολλές χώρες καταφεύγουν στο φυσικό αέριο ως μεταβατικό πόρο μέχρι την ανάπτυξη πράσινων εναλλακτικών λύσεων, όπως είναι οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά. Με δεδομένο ότι το αέριο χρησιμοποιείται, επίσης, για τη θέρμανση των κατοικιών και το μαγείρεμα, η αύξηση των τιμών του στην τσέπη του καταναλωτή γίνεται ανυπόφορη όσο πέφτει η θερμοκρασία. Ας σημειωθεί ότι εκτός από τη ρωσική διστακτικότητα να αυξήσει τις παραδόσεις και για να πιεστεί η Γερμανία να επιταχύνει την έγκριση του αγωγού Nordstream 2, ο οποίος θα μεταφέρει φυσικό αέριο απευθείας από τη Ρωσία στην Ε.Ε., η δέσμευση για αύξηση της παραγωγής από τη Νορβηγία, που καλύπτει το 20% των ευρωπαϊκών αναγκών, είναι σταγόνα στον ωκεανό των τεράστιων ευρωπαϊκών αναγκών.

Μετά την αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου κατά 25% μέσα στην τρέχουσα εβδομάδα από 135 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε 162,12 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η συνακόλουθη αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας (για την παραγωγή της οποίας χρησιμοποιείται και πάλι φυσικό αέριο) δικαιολογεί τον πανικό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι ηγέτες τους μπορεί να προσβλέπουν στα υπόγεια αποθέματα αερίου άνω του 75% σε ολόκληρη την Ευρώπη για την κάλυψη των εποχικών αναγκών του χειμώνα, ωστόσο τρέχουν και δεν φτάνουν να παίρνουν μέτρα για να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τον όλεθρο. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ελλάδα το ηλεκτρικό ρεύμα έφτασε αυτή την εβδομάδα τα 204,38 ευρώ ανά μεγαβατώρα με μέγιστη τιμή τα 280,89 ευρώ και στη Γερμανία και τη Σερβία τα 300 και 327,44 ευρώ ανά μεγαβατώρα αντίστοιχα, με τις χαμηλότερες τιμές να καταγράφονται στις φθηνότερες αγορές της Πολωνίας, της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Την σκοτεινή εικόνα ζωγραφίζει με πιο μελανά χρώματα και το πετρέλαιο, οι τιμές του οποίου έσπασαν αυτή την εβδομάδα για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια το φράγμα των 80 δολαρίων ανά βαρέλι, με τους αναλυτές να προβλέπουν σύντομα νέο ρεκόρ άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι.

Και ενώ η τελευταία φτωχή χρονιά σε αιολική παραγωγή συνέβαλε στην ενεργειακή κρίση, καθώς, επίσης, και οι λιγότερες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, πολλοί αναλυτές, ανάμεσα τους ο Σιμόν Ταλιαπιέτρα, αναλυτής στο οικονομικό thinktank Bruegel, υποστηρίζουν ότι η άμεση αύξηση των επενδύσεων σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελεί τη μοναδική λύση στο μεγάλο πρόβλημα.

Πόσο θα κρατήσει η ενεργειακή κρίση

Η έκθεση της Ε.Ε. στις ευμετάβολες τιμές της Ενέργειας θα παραμείνει ρίσκο στα επόμενα χρόνια πριν η πράσινη στροφή φέρει την πολυπόθητη σταθερότητα στην αγορά. Μέχρι τότε, οι αυξήσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, τις οποίες προκάλεσε η αυξημένη τιμή του φυσικού αερίου και επέφερε η μεγάλη ζήτηση, το πρόσφατο ζεστό καλοκαίρι και η ισχυρή ανάκαμψη της βιομηχανικής δραστηριότητας απέναντι σε μία σταθερή αλλά ανεπαρκή προσφορά, θα συνεχίσουν να ανησυχούν τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Ακόμη χειρότερα, θα ισχυροποιήσει απολυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν και το Κατάρ από όπου έρχεται στην Ε.Ε. το φυσικό αέριο, αλλά και τον OPEC, τα καρτέλ γύρω από τις χώρες του Περσικού Κόλπου, δηλαδή τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που κρατούν στα χέρια τους το πετρέλαιο που έχει ανάγκη όλος ο κόσμος.

Με φόντο την παραπάνω ζοφερή εικόνα και μπροστά στον υπαρκτό φόβο να ξεπαγιάσουν και να ξεπαραδιαστούν οι μισοί πολίτες της Γηραιάς Ηπείρου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόκειται, σύμφωνα με τον επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεων, Πάολο Τζεντιλόνι, να ανακοινώσει την επόμενη εβδομάδα την εργαλειοθήκη με τα μέτρα που θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι χώρες της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση της έκρηξης των ενεργειακών τιμών και τα κοινά ευρωπαϊκά μέτρα. Είχε προηγηθεί η πρόταση των υπουργών Οικονομικών της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Τσεχίας και της Ρουμανίας για κοινή προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και συντονισμό των εθνικών μέτρων για την άμεση αντίδραση στις κατακόρυφες αυξήσεις τιμών. Αυτή μοιράστηκε όσον αφορά το φυσικό αέριο στον συντονισμό των αγορών του για την αύξηση της διαπραγματευτικής ισχύος των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ σχετικά με την ηλεκτρική ενέργεια επισημάνθηκε η ανάγκη μεταρρύθμισης της χονδρικής αγοράς της και επίτευξης ενεργειακής ανεξαρτησίας. Η Ε.Ε. παρουσιάζεται, ατυχώς, και πάλι διχασμένη απέναντι στην παρέμβαση των Βρυξελλών, με κάποιες χώρες να προτιμούν την αντιμετώπιση του προβλήματος με εθνικές επιδοτήσεις και φοροελαφρύνσεις, που θα προστατεύσουν τους καταναλωτές απέναντι στους υψηλούς λογαριασμούς.

Την όλη κατάσταση επιδεινώνει ο φόβος κάποιων οικονομολόγων περί στασιμοπληθωρισμού, ο οποίος χτύπησε τις ανεπτυγμένες Οικονομίες τη δεκαετία του 1970 μετά το πετρελαϊκό σοκ. Τότε, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου παρέσυρε όλες τις τιμές προς τα πάνω (πληθωρισμός) και προκάλεσε επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης (στασιμότητα), οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος ξεπεράστηκε ύστερα από πολλά χρόνια.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»

Πηγή