Φταίει το νόμισμα;

Τον τελευταίο καιρό ακούμε πολλούς οικονομολόγους να συζητούν το θέμα της επιστροφής στη δραχμή ή της παραμονής μας στο ευρώ. Οι συζητήσεις και οι αναλύσεις μάλλον προκαλούν σύγχυση στους πολίτες, παρά μία ξεκάθαρη επιστημονική προσέγγιση του θέματος. Η άποψη μου είναι ό,τι η αλλαγή ή η παραμονή στο νόμισμα είναι ένα ψευτοδίλημμα, για τον απλούστατο λόγο, πως τo νόμισμα,  συνιστά μόνο το εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Έτσι όπως κάθε εργαλείο κρίνεται με βάση το “ποιανού” τη δουλειά κάνει, και σε ποιο πλαίσιο την κάνει, είτε με τη δραχμή, είτε τώρα με το ευρώ, εκείνα που υπηρετούνται, όπως αποδείχθηκε, δεδομένης της ανισομετρίας εντός της Ε.Ε., είναι τα συμφέροντα των ισχυρών χωρών του βορρά, η οποία γι’ αυτό άλλωστε, επέλεξε την προσχώρηση της χώρας στο ευρώ, καταθέτοντας από την πρώτη στιγμή ένα κομμάτι εθνικής κυριαρχίας διά της απεμπόλησης της δυνατότητας άσκησης αυτοτελούς νομισματικής πολιτικής.

Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά από τη στιγμή που μέσω της νομισματικής πολιτικής καθορίζονται οι χειρισμοί στους τομείς της προσφοράς του χρήματος, της πίστης, των επιτοκίων.

Με άλλα λόγια όταν μιλάμε για νομισματική πολιτική μιλάμε για τον παράγοντα που σφραγίζει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Από τις επενδύσεις μέχρι το επίπεδο των τιμών, από τις εισαγωγές και εξαγωγές (ειδικά σε συνθήκες δυνατότητας υποτίμησης ή ανατίμησης του νομίσματος) μέχρι τους όρους και τη δυνατότητα του εξωτερικού δανεισμού.

Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό και όχι οικονομικό όπως θέλουν να το παρουσιάζουν, το νόμισμα είναι το μέσο εμπορικών συναλλαγών, η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στο προβληματικό εδώ και δεκαετίες εγκατεστημένο παραγωγικό και οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Εάν δεν γίνουν ριζικές τομές στη δημόσια διοίκηση, στην αλλαγή κυρίως των αρρωστημένων αντιλήψεων και νοοτροπιών του πολιτικού προσωπικού είμαστε καταδικασμένοι είτε με ευρώ, είτε με δραχμή.

Η χώρα έχει οπισθοδρομήσει σε όλους τους τομείς, έχει μετατραπεί σε μια χώρα του τρίτου κόσμου, η ανταγωνιστικότητα της έχει φθάσει στο ναδίρ. Ο πρωτογενής τομέας έχει πλέον συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό που πάνω από το 70% εισάγουμε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα για να καλύψουμε τις ανάγκες της εγχώριας ζήτησης.

Η γραφειοκρατία και οι στρεβλώσεις του τραπεζικού μας συστήματος παραμένουν ως τα μεγαλύτερα αντικίνητρα προσέλκυσης εγχώριων και ξένων επενδύσεων. Οι συνεχόμενες αλλαγές στη φορολογική και ασφαλιστική νομοθεσία και φυσικά πάντα προς το χειρότερο, επίσης αποτελεί μια κύρια αιτία στο να μην επιτευχθεί μια βιώσιμη ανάπτυξη. Θα μπορούσα να σας αριθμήσω δεκάδες λόγους για τους οποίους η χώρα δεν μπορεί να ορθοποδήσει με τέτοιες δομικές παθογένειες ώστε να γίνει μια σύγχρονη και ανταγωνιστική σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Η χώρα απροετοίμαστη για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της κρίσης, κανένα εθνικό σχέδιο διεξόδου και φυσικά κανένα εναλλακτικό ρεαλιστικό σχέδιο σε περίπτωση ακούσιου ή εκούσιου GREXIT. Πιστεύω ότι έχει υπάρξει μια “εγκληματική” αμέλεια των προηγούμενων, αλλά και των νυν κυβερνήσεων που δεν είχαν εκπονήσει ένα εθνικό σχέδιο μετάβασης σε εθνικό νόμισμα, αν θέλετε αυτό έπρεπε να είχε δουλευτεί και από την πρώτη μέρα που η χώρα εισήλθε στην ευρωζώνη.

Στην Ελλάδα πάντα αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις με το γνωστό “βλέποντας και κάνοντας” και εννοείται ότι ποτέ δεν εφαρμόζουμε τη γνωστή ρήση του Ιπποκράτη “Κάλλιον του θεραπεύειν το προλαμβάνειν”.

Η άποψη μου είναι ότι δεν θα συμβεί μία ακαριαία εκδίωξη από την ευρωζώνη, αλλά θα υπάρξουν σχετικές διαδικασίες για ομαλή μετάβαση, δεν συμφέρει κανέναν ούτε εμάς, ούτε την Ε.Ε μια άτακτη χρεοκοπία. Φαντάζομαι ότι από τη στιγμή που θα υπάρξει ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μας δοθεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να προετοιμάσουμε τους μηχανισμούς μετάβασης.

Θέτουν πολλοί το ερώτημα “Εάν τελικά υπάρξουν αστοχίες και τελικά βρεθούμε σε αδιέξοδο με αποτέλεσμα η χώρα να εκδιωχθεί αναγκαστικά από την ευρωζώνη, τι θα πρέπει να γίνει ώστε η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα να γίνει με τον λιγότερο πόνο και αίμα”.

Θεωρώ ότι η Ε.Ε. θα πρέπει να μας δώσει μια περίοδο χάριτος πληρωμών των οφειλόμενων τοκοχρεολύσιων των δανείων, τουλάχιστον πάνω από δέκα έτη, στη συνέχεια θα πρέπει να αξιώσουμε ένα άτοκο πακέτο χρηματοδότησης τουλάχιστον 70 δις ευρώ, κάτι που ο κος Σόιμπλε το είχε θέσει και το 2015 ως πακέτο για την οικειοθελή αποχώρηση μας στα πλαίσια αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, όμως κατ’ ουσίαν ο σκοπός αυτού του πακέτου θα πρέπει να είναι για να αντιμετωπίσουμε τις συναλλαγματικές μας ανάγκες για την κάλυψη εισαγόμενων πρώτων υλών και αγαθών, ή ακόμα αν θέλετε ως μαξιλάρι στους κλυδωνισμούς που θα δημιουργηθούν από τις σχετικές υποτιμήσεις και τις επαγόμενες πληθωριστικές τάσεις.

Παράλληλα θα πρέπει στο μεταβατικό διάστημα “εκεχειρίας“:

  • Να ανασυγκροτηθεί η εθνική παραγωγική μηχανή του πρωτογενούς τομέα.
  • Να εθνικοποιηθεί το τραπεζικό σύστημα.
  • Να γίνει σημαντικό κούρεμα των κόκκινων τραπεζικών δανείων με προϋποθέσεις και αντικειμενικά θεσμοθετημένα κριτήρια.
  • Να αλλάξει όλο το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα ώστε να γίνει ελκυστικό για επενδύσεις.
  • Να επανεκκινήσει με γοργούς ρυθμούς το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
  • Να τρέξουν τα προγράμματα εκσυγχρονισμού της τουριστικής βιομηχανίας με κρατικές χρηματοδοτήσεις για να καταστεί ελκυστικό το τουριστικό προϊόν.
  • Να δοθεί έμφαση σε καινοτόμες τεχνολογίες, σε συνεργασία με ευρωπαϊκά προγράμματα, κάτι ανάλογο που γίνεται και σε χώρες της Ε.Ε που είναι εκτός ευρωζώνης.
  • Να αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο για τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων με όρους και προϋποθέσεις για υψηλή και σύγχρονη εκπαίδευση – έρευνα συνδεδεμένη με τις ανάγκες της αγοράς και όχι με τις πελατειακές ανάγκες του εκάστοτε πολιτικού κόμματος.
  • Να δοθούν κίνητρα, φοροαπαλλαγές και ειδικό πολεοδομικό – χωροταξικό νομοθετικό πλαίσιο για επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, σε κλάδους της βιομηχανίας και βιοτεχνίας και στην οικοδομική δραστηριότητα που αφορούν κυρίως τον κλάδο των κατασκευών, ειδικά σε κτήρια και υποδομές του τριτογενούς τομέα.

Επιμένω ό,τι το δίλημμα όπως έχει τεθεί, θεωρώ ό,τι είναι εξόχως παραπλανητικό κι εν τέλει κοιμίζει για μία ακόμη φορά την κοινωνία της χώρας, αποκρύπτοντας τις πραγματικές συνθήκες, τις αναπόδραστες αλλαγές που πρέπει να γίνουν, αν δεν θέλουμε το βιοτικό μας επίπεδο να κατρακυλήσει στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Επιμένω η κρίση δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά από το νόμισμα, αλλά κυρίως από τις άθλιες πολιτικές ενός σαθρού πολιτικού κατεστημένου.

Αυτό που έχει σημασία είναι να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της χώρας, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, να καταλάβουμε ότι έχουμε μείνει πίσω από τις εξελίξεις και να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε βέλτιστες πρακτικές από το εξωτερικό, ώστε να χτίσουμε το δικό μας “εθνικό σχέδιο” εξόδου από την κρίση. Ένα σχέδιο θα λέγαμε πραγματικής επανίδρυσης της χώρας και όχι όπως προεκλογικά ευαγγελίζονταν τα κόμματα εξουσίας.

Δυστυχώς, μέχρι τώρα δεν υπάρχει ένα ενιαίο εθνικό στρατηγικό σχέδιο διαφυγής, η εθνική συνεννόηση κολλάει σε πληθώρα κατεστημένων συμφερόντων, σε αναχρονιστικές αντιλήψεις που αντιστέκονται σε κάθε πιθανή αλλαγή, αλλά και σε ιδεοληψίες που ψάχνουν την αριστερή, ή τη δεξιά, ή φιλελεύθερη “ταυτότητα” κάθε εναλλακτικής, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι επί της ουσίας, μέσα στο καθεστώς αναποτελεσματικότητας, προχειρότητας, αναξιοκρατίας, διαφθοράς και συναλλαγής το οποίο εγκαθιδρύσαμε, κανένας δρόμος δεν μπορεί να οδηγήσει στη λύση.

Από εδώ λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε. Από μια προσπάθεια επανίδρυσης της χώρας με νέους όρους, με πόνο, με δυσκολίες, με το βλέμμα στην κοινωνία και στις ανισότητες που δημιουργούνται. Διότι χωρίς την κοινωνία να ακολουθεί, τέτοιες αλλαγές δεν γίνεται να υλοποιηθούν.

Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία που έχει η Ελλάδα. Κι αν δεν αξιοποιηθεί, η ολοσχερής πλέον καταστροφή θα είναι θέμα σύντομου χρόνου.

* Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός – Ενεργειακός Επιθεωρητής και Τομεάρχης Υποδομών & Ενέργειας στο “Ελλήνων Πολιτεία“.