Σκέψεις με αφορμή τις αλλαγές στα Γυμνάσια

0
1489

Δεν μπορώ να πω ότι αιφνιδιάστηκα από την ανακοίνωση που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας, τρεις μέρες μόλις πριν από την έναρξη των μαθημάτων για τις αλλαγές στα Γυμνάσια. Τα τελευταία χρόνια, εξάλλου, είναι τόσο συνηθισμένο φαινόμενο, να γινόμαστε μάρτυρες αποφάσεων της τελευταίας στιγμής, που μάλλον θα με εξέπληττε το αντίθετο.

Θα με εξέπληττε, λόγου χάρη, περισσότερο, αν για τις όποιες αλλαγές  είχαμε φροντίσει να προετοιμάσουμε το έδαφος και κυρίως αν όλες αυτές οι κινήσεις γινόντουσαν βάσει ενός καλά οργανωμένου και μελετημένου σχεδίου. Θα με εξέπληττε αν η Πολιτεία, μετά από ένα εθνικό διάλογο, είχε φροντίσει να καταστρώσει ένα διαβαθμιακό εκπαιδευτικό σχεδιασμό που θα αντιμετωπίζει τα θέματα της Παιδείας ως μία ενιαία ολότητα, λαμβάνοντας υπόψιν της την έννοια της συνέχειας και της ομαλής μετάβασης.

Καθώς, όμως, όλα αυτά δεν με εκπλήσσουν πια, συνειδητοποιώ ότι μάλλον έχω προσβληθεί από ένα ιδιότυπο μιθριδατισμό. Για όσους δεν το γνωρίζουν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Μιθριδάτης ΣΤ’, βασιλιάς του Πόντου, από φόβο μήπως τον δηλητηριάσουν, χορηγούσε στον εαυτό του βαθμιαία αυξανόμενες δόσεις δηλητηρίου, ώστε να αναπτύξει τελικά σε αυτό ανοσία. Κάπως έτσι, ίσως και η ελληνική κοινωνία έχοντας εθιστεί σταδιακά σε δηλητηριώδεις νοοτροπίες και συμπεριφορές  κατέληξε τελικά να δέχεται και να αποδέχεται ό,τι της προσφέρεται με αποτέλεσμα να παθητικοποιηθεί πλήρως. Αλλά αυτό είναι μάλλον θέμα μιας άλλης ανάλυσης.

Πάντως, για να μην παρεξηγηθώ, σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είμαι a priori αντίθετος με όλες τις επιχειρούμενες αλλαγές στη λειτουργία των Γυμνασίων. Για παράδειγμα, η αντικατάσταση των τριμήνων με  τετράμηνα αποτελεί μία κίνηση που μάλλον έπρεπε να έχει συντελεστεί εδώ και καιρό. Εξάλλου, είναι κοινό μυστικό στον χώρο της εκπαίδευσης ότι τα περίφημα  διδακτικά τρίμηνα ουδέποτε λειτούργησαν ως πραγματικά, από άποψη χρόνου, τρίμηνα. Αυτό από πρακτικής απόψεως δημιουργούσε έναν συνεχή εξεταστικό πυρετό που περιέβαλλε ασφυκτικά τη μαθησιακή διαδικασία τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς.

Με τον χωρισμό σε τετράμηνα, λοιπόν, ευελπιστούμε ότι θα διευκολυνθεί η ορθολογική κατανομή των διαγωνισμάτων κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους και επιτέλους θα απαλλαγούμε από την ψυχοφθόρο διαδικασία των αλλεπάλληλων γραπτών εξετάσεων. Έτσι, τα Γυμνάσια θα αναπνεύσουν και θα πάψουν να θυμίζουν εξεταστικό ναρκοπέδιο. Σε ανάλογα θετική κατεύθυνση κινείται και η αλλαγή στον τρόπο αξιολόγησης των μαθητών, που επιτέλους κάποια στιγμή θα πρέπει να απαγκιστρωθεί από τις γραπτές εξετάσεις. Η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι σφαιρική και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την αποτίμηση της συνολικής συμμετοχής του μαθητή στη μαθησιακή διαδικασία. Εξάλλου, αυτός είναι και στόχος της βαθμίδας του Γυμνασίου, να καλλιεργεί πολύπλευρα την προσωπικότητα των μαθητών, καλλιεργώντας γνώσεις, αναπτύσσοντας δεξιότητες και εμφυσώντας αξίες.

Ωστόσο, η θετική μου διάθεση απέναντι στις επιχειρούμενες αλλαγές σκιάζεται από έναν βαθύτερο προβληματισμό σχετικά με τις αληθινές προθέσεις των εμπνευστών τους αλλά και τα ουσιαστικά αποτελέσματα που τελικά μπορούν επιφέρουν. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στον χώρο της Παιδείας πολλές φορές ελήφθησαν μέτρα, στο πλαίσιο μιας διάθεσης, να χαϊδέψουμε τα αυτιά μαθητών, εκπαιδευτικών αλλά και γονέων. Το να μειώνουμε, για παράδειγμα, τον αριθμό των γραπτώς εξεταζόμενων μαθημάτων τον Ιούνιο μπορεί αφενός να αποσυμπιέζει  εξεταστικά το Γυμνάσιο, αφετέρου όμως εγκυμονεί ένα σοβαρό κίνδυνο.

Πρόκειται για την αυθαίρετη διάκριση των μαθημάτων σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα με κριτήριο την εξεταστική τους σημασία. Διότι, δυστυχώς, εδώ και πολλά χρόνια έχει εμπεδωθεί μια εσφαλμένη χρησιμοθηρική αντίληψη σε μαθητές, γονείς αλλά και εκπαιδευτικούς που συσχετίζει τη σημασία των μαθημάτων με την εξεταστική τους βαρύτητα. Και είναι προφανές ότι η διαίρεση των μαθημάτων σε τρεις ομάδες στο Γυμνάσιο, μάλλον θα  ενισχύσει την εν λόγω αντίληψη αντί να την αποδυναμώσει.

Θα χρειαστεί, λοιπόν, μια εκ βάθρων αλλαγή νοοτροπίας, για να επιτευχθούν οι στόχοι που το Υπουργείο Παιδείας ευαγγελίζεται. Σε αντίθετη περίπτωση, θα επιβεβαιωθεί η γνωστή λαϊκή ρήση,”άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς, που εδώ και δεκαετίες διέπει τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που συντελούνται στον χώρο της Παιδείας.

Παράλληλα, θα απαιτηθεί χρόνος και κόπος, για να μην μεταπέσουμε στο άλλο άκρο, που αναδεικνύει τη φιλοσοφία της ήσσονος προσπάθειας σε παιδευτικό μας ιδανικό. Διότι στη χώρα που γέννησε το μέτρο, είναι γνωστό πως συνηθίζουμε να φλερτάρουμε με τα άκρα. Και φυσικά, για να αποκτήσουν νόημα όλες αυτές οι αλλαγές, θα πρέπει να έχουν και συνέχεια. Θα πρέπει, δηλαδή, να προετοιμάζονται από το Δημοτικό και να προεκτείνονται στο Λύκειο, αναδιαμορφώνοντας τον εξεταστικό του χαρακτήρα και εισάγοντας ένα διαφορετικό σύστημα πρόσβασης στα ανώτατα και τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα αυτής της χώρας. Γιατί αν δε συμβεί αυτό, οι μαθητές θα βουτήξουν γι’ άλλη μια φορά στα βαθιά, οι αλλαγές θα πέσουν στο κενό και οι καινοτομίες  θα αποδειχτούν εντέλει κενο-τομίες.

Εν ολίγοις, θα πρέπει κάποια στιγμή σε αυτή τη χώρα να αποφασίσουμε πως η Παιδεία είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευτούμε στους πολιτικούς. Ο πολύπαθος χώρος της θα πρέπει να πάψει να είναι πεδίο πειραματισμών, μικροκομματικών και συνδικαλιστικών σκοπιμοτήτων και να αποτελέσει επιτέλους το εφαλτήριο της ανάπτυξης. Θα πρέπει να γίνει η βάση της εθνικής μας συνεννόησης για το καλό όλων και κυρίως των παιδιών μας.

Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με επιδερμικές αλλαγές που στέκονται στην επιφάνεια και δεν τολμούν αγγίξουν τις ρίζες της παθογένειας του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Δεν μπορεί να συντελεστεί με κινήσεις που εστιάζουν στους τύπους και παρακάμπτουν την ουσία και το αληθινό περιεχόμενο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Αλλά για να συμβεί αυτό, θα χρειαστούν τολμηρές αλλαγές, οι οποίες θα συνοδεύονται από μια αναθεώρηση της εσφαλμένης νοοτροπίας  που έχει εγκατασταθεί εδώ και πολλά χρόνια στις συνειδήσεις όλων μας.

Ο χρόνος, λοιπόν, θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει τις παραπάνω εκτιμήσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, κι αν πραγματικά επιθυμούμε να παραμείνουμε αισιόδοξοι για το μέλλον της Παιδείας, θα πρέπει να φροντίσουμε να προετοιμάσουμε το έδαφος, προκειμένου όλες αυτές οι αλλαγές να ευδοκιμήσουν και να αποδώσουν ουσιαστικούς καρπούς.

Γιατί όπως λέει και ο Κομφούκιος: “Προτού ενθαρρύνουμε τον κολυμβητή να καταδυθεί, πρέπει πρώτα να γεμίσουμε τη λίμνη με νερό.

Ο Αντώνης Ψύρης είναι Φιλόλογος – Ιστορικός, Διευθυντής Γυμνασίου “Εκπαιδευτηρίων Δούκα”.