Ζήτω η Ελλάδα αλλά ποια Ελλάδα;

Δυσκολεύομαι κάθε χρόνο τέτοια εποχή να κατανοήσω την εμμονή ορισμένων συμπατριωτών μου σε ζητήματα που σχετίζονται με τις καθιερωμένες εθνικές γιορτές και παρελάσεις. Ωσάν να αφυπνίζεται και επαναστατεί μέσα μας κάθε κύτταρο εθνικού πατριωτισμού, για να ξαναπέσει σε λήθαργο τις υπόλοιπες 363 μέρες του χρόνου.

Από την άλλη, αδυνατώ να καταλάβω με την ελάχιστη λογική που μου έχει απομείνει όλους αυτούς που επιλέγουν τις συγκεκριμένες ημέρες, για να μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από την ιδέα ενός έθνους που έχει αποδείξει ότι ξέρει να αγωνίζεται στο χρόνο. Ωσάν να είναι επικηρυγμένη από κάποιους η έννοια της πατρίδας και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή να παραπέμπει σε επικίνδυνους συνειρμούς.

Νιώθω λοιπόν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ότι θα πρέπει να ενταχθώ σε κάποιου είδους ιδεολογικό στρατόπεδο, για να μπορώ να εκφέρω με ασφάλεια και ανενδοίαστα την άποψή μου και πως η υιοθέτηση μιας άποψης ισοδυναμεί αυτόματα με την απόρριψη μιας άλλης. Νιώθω ότι κάποιοι επιχειρούν να στεγανοποιήσουν τη σκέψη μου και να με εγκλωβίσουν σε εκβιαστικά διλήμματα, για να με κατατάξουν σε κάποια κατηγορία και εν τέλει να με χειραγωγήσουν.

Κατανοώ απόλυτα και σέβομαι τις ευαισθησίες όλων των συμπατριωτών μου αλλά αρνούμαι να διανοηθώ ότι οι εθνικές μας γιορτές θα πρέπει να λειτουργούν σχεδόν κάθε χρόνο ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και διαίρεσης αντί να υπηρετούν την αδήριτη πλέον ανάγκη της εθνικής μας ενότητας.

Προφανώς αδυνατούμε να αντιληφθούμε ακόμη και αυτές τις κρίσιμες στιγμές για το παρόν και το μέλλον της χώρας μας το νόημα των στίχων του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού για τη “διχόνοια τη δολερή” και το ρόλο που έχει επιτελέσει ανά τους αιώνες. Ούτε φυσικά και τον αληθινό λόγο για τον οποίο έχουν καθιερωθεί οι εθνικές επέτειοι και οι παρελάσεις που κατά τη γνώμη δεν μπορεί να είναι άλλος από το να λειτουργούν ως καταλύτης για την ενότητα του έθνους μας.

  • Δεν ξέρω αν με ενοχλεί αβάσταχτα το να παρελαύνει μια αριστούχος Αιγύπτια μαθήτρια με μαντίλα στην εθνική μας παρέλαση.
  • Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να το συγκρίνω με ένα ανάλογο θέαμα που τα τελευταία χρόνια χρόνια έχει σχεδόν άτυπα καθιερωθεί ως η παρέλαση της κοντής φούστας.
  • Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να το συγκρίνω με την επιλογή κάποιων μαθητών και μαθητριών να μουντζώνουν ή να αποστρέφουν την κεφαλή τους από την εκάστοτε πολιτική εξουσία, την οποία ενέργεια τότε κάποιοι έσπευσαν να βαπτίσουν ως επαναστατική πράξη.

Ενδεχομένως, να με ενοχλούν και όλα, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο όμως δεν είναι όλα της ίδιας βαρύτητας. Πολύ περισσότερο πρόκειται για ζητήματα τα οποία ενδεχομένως προσβάλλουν τις ευαισθησίες μου και κατανοώ την ύπαρξη διιστάμενων απόψεων επ’ αυτών όμως κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την κορυφή του παγόβουνου.

Την ίδια στιγμή όμως που η ελληνική κοινωνία κάθε χρόνο τέτοια μέρα ασχολείται με το ζήτημα των παρελάσεων και το ρόλο της νέας γενιάς σε αυτές άλλα σοβαρότερα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ζητήματα εξακολουθούν να υφίστανται χωρίς μάλιστα κανείς να δείχνει να ασχολείται μαζί τους. Και αυτά δεν είναι θέματα που ενδεχομένως μπορεί απλώς να μας ενοχλούν αλλά θέματα που θα έπρεπε λογικά να μας προβληματίζουν αν όχι να μας ανησυχούν.

Για παράδειγμα με προβληματίζει περισσότερο η πρωτοφανής άγνοια που επιδεικνύεται από πολλούς συμπατριώτες μου για ουσιαστικά ζητήματα της ελληνικής ιστορίας και η σταδιακή υποβάθμιση του σχετικού μαθήματος στα σχολεία.

  • Με προβληματίζει η απομάκρυνση από κάθε έννοια ελληνικότητας και η παθητική έως ρηχή μίμηση ξενικών προτύπων.
  • Με προβληματίζει το κάψιμο της ελληνικής σημαίας αλλά και η βεβήλωση των προτομών όλων αυτών τα ανθρώπων που αγωνίστηκαν για ορισμένα ιδανικά που αποτελούν πλέον είδος υπό εξαφάνιση.
  • Με προβληματίζει που δυσκολεύομαι να εξηγήσω στους μαθητές μου τη σημασία της έννοιας της θυσίας για μια αξία ή της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο σε μια εποχή που το κυνήγι του ατομικού ευδαιμονισμού έχει αναχθεί σε υπέρτατο ιδανικό.
  • Με προβληματίζει που ενθυμούμαστε ότι είμαστε Έλληνες μόνο κατά τις εθνικές μας γιορτές και τους κρίσιμους ποδοσφαιρικούς αγώνες της Εθνικής Ελλάδος, για να το ξεχάσουμε τον υπόλοιπο χρόνο.
  • Με προβληματίζει που δυσκολεύομαι ενίοτε να κατανοήσω, να αποκωδικοποιήσω αλλά και να μεταφέρω στους μαθητές το μήνυμα της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του τόπου για τις εθνικές μας επετείους.
  • Με προβληματίζει το ότι δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε κάτι που ή ίδια η Ιστορία μας έχει επιβεβαιώσει πως “το να είσαι τελικά Έλληνας δεν είναι ζήτημα καταγωγής αλλά αγωγής”.
  • Με προβληματίζει τέλος η ενοχοποίηση της λέξης “πατρίδα”και η αυθαίρετη σύνδεσή της με επικίνδυνες σοβινιστικές και υπερεθνικιστικές αντιλήψεις.
  • Πολύ περισσότερο όμως με προβληματίζει το ότι όλα τα παραπάνω από κάποιους μπορεί να θεωρούνται αλληλοσυγκρουόμενα ή και αντιφατικά.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ένα από τα σημαντικότερα αρνητικά κατάλοιπα που άφησε πίσω της η δικτατορία στον τόπο μας είναι το γεγονός ότι γελοιοποίησε την έννοια “της Πατρίδας της Θρησκείας και της Οικογένειας“. Αυτές τις αξίες όμως στις μέρες μας που βιώνουμε μια πολυδιάστατη κρίση τις έχουμε ανάγκη ίσως περισσότερο από ποτέ.

Ειδικότερα, η έννοια της πατρίδας είναι μια υπέρτατη αξία για την οποία αγωνίστηκαν οι προγονοί μας και για αυτό θα πρέπει να πάψει να αποτελεί αντικείμενο καπηλείας από τον οποιοδήποτε. Αντιθέτως, θα πρέπει ειδικά αυτές τις ημέρες να ορθώνεται ως ένα ιερό σύμβολο ενότητας και εθνικής συνεννόησης για όλους τους Έλληνες ανεξάρτητα από την ιδεολογία τους και την παράταξη στην οποία ανήκουν.

Αναμφισβήτητα, ως Έλληνες έχουμε κάθε λόγο να νιώθουμε πως η εθνική μας υπερηφάνεια αλλά και αξιοπρέπεια τα τελευταία χρόνια έχει πληγεί βάναυσα. Έχουμε όμως κάθε λόγο να παραμένουμε εθνικά υπερήφανοι ως Έλληνες αρκεί να μην καταφεύγουμε αποκλειστικά και μόνο στο μεγαλείο των προγόνων μας, για να το πετύχουμε.

Αρκεί να αναζητούμε και στη σύγχρονη πραγματικότητα συνεχώς παραδείγματα που μπορούμε να τα προβάλλουμε στους νέους ανθρώπους και μαζί με αυτούς να νιώθουμε υπερήφανοι όχι μόνο για το χθες αλλά και για το σήμερα της πατρίδας μας.

Και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι αυτά τα παραδείγματα, ακόμη κι αν έχουν λιγοστέψει, εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω μας και αφορούν πολλές πτυχές της ζωής μας από το ελληνικό φιλότιμο έως την πρόοδο, την εργατικότητα, την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη.

Ας φροντίσουμε λοιπόν να προβάλλουμε στους νέους όχι μόνο το ένδοξο παρελθόν αλλά και ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Ας ξεπεράσουμε την εθνική μας μιζέρια και με κινητήρια δύναμη την Παιδεία ας αποκαταστήσουμε ενωμένοι την χαμένη μας αξιοπρέπεια. Όλοι μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Ο Αντώνης Ψύρης είναι Φιλόλογος – Ιστορικός, Διευθυντής Γυμνασίου “Εκπαιδευτηρίων Δούκα”.