Θέρμανση και κοινόχρηστα

Τα περισσότερα κτήρια πολυκατοικιών, που χτίστηκαν μετά το 1985, έχουν εγκαταστήσει σύστημα αυτονομίας θέρμανσης με ωρομετρητές. Η αυτόνομη θέρμανση με ωρομετρητές είναι μία πρόχειρη και άδικη μέθοδος επιμερισμού των δαπανών της θέρμανσης. Αυτό συμβαίνει γιατί χρεώνει χωρίς να υπολογίζει: τη θερμοκρασία του εισερχόμενου νερού, τη θερμοκρασία του εξερχόμενου νερού και την ποσότητα του νερού που εισήλθε στο διαμέρισμα.

Αποτέλεσμα αυτού, να χρεώνει σε μία ώρα, την ίδια κατανάλωση όταν το νερό είναι 50 βαθμούς Κελσίου και την ίδια κατανάλωση όταν το νερό κάποια άλλη στιγμή είναι 80 βαθμούς Κελσίου. Ακόμα, σε δύο διαμερίσματα που έχουν τα ίδια τετραγωνικά και τα ίδια σώματα, αλλά το ένα έχει ανοικτά πόρτες παράθυρα και το άλλο κλειστά, η χρέωση είναι ίδια.

Αυτά τα δύο διαμερίσματα θα χρεωθούν την ίδια κατανάλωση, σε μία ώρα λειτουργίας του καλοριφέρ, ενώ στην πράξη στο διαμέρισμα με τις πολλές απώλειες η πραγματική του κατανάλωση μπορεί να είναι διπλάσια του άλλου με τα κλειστά πορτοπαράθυρα.

Οι θερμιδομετρητές κάνουν αυτό που περιγράψαμε πιο πάνω, υπολογίζουν τη θερμική ενέργεια που απορρόφησε κάθε διαμέρισμα σε KW/h. Αυτό το πετυχαίνουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θερμοκρασία του νερού που μπαίνει και βγαίνει από το διαμέρισμα, σε συνδυασμό με τα λίτρα νερού που πέρασαν.

Αν μπω σε ένα κρύο διαμέρισμα και ανάψω το θερμοστάτη σε υψηλή θερμοκρασία, θα ζεσταθεί γρήγορα το δωμάτιο;
Αυτό είναι ένα μεγάλο σφάλμα, που κάνουμε στα διαμερίσματα και στα σπίτια μας. Όσο ψηλότερα και να ανεβάσουμε το θερμοστάτη, δεν θα επιταχυνθεί η θερμότητα του δωματίου. Επίσης έχουμε μεγάλη κατανάλωση καυσίμου και δεν υπάρχει άνεση μέσα στο σπίτι. Οι ειδικοί προτείνουμε, ο θερμοστάτης να είναι γύρω στους 20 βαθμούς Κελσίου, για να έχουμε καλά επίπεδα μέσα στο σπίτι μας.

Τί είναι οι συσκευές αντιστάθμισης;

Στο κλασσικό καλοριφέρ ένας χρονοδιακόπτης προγραμματίζει τη λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης τις ίδιες ώρες κάθε μέρα (π.χ. 3 ώρες το πρωί, 2 ώρες το μεσημέρι και 4 ώρες το βράδυ). Με τον τρόπο αυτό, κάθε μέρα η θέρμανση λειτουργεί τις ίδιες ώρες και με την ίδια ένταση, ανεξάρτητα αν οι καιρικές συνθήκες είναι καλές ή κακές (π.χ. 16οC, ή 4οC). Η θερμοκρασία νερού στον λέβητα φθάνει πάντα στους 80-90οC, εκεί όπου έχουμε ρυθμίσει το θερμοστάτη του καυστήρα.

levitas-new

Όπως έχει γίνει η μελέτη του καλοριφέρ, η θερμοκρασία του νερού στους 80-90οC είναι η μέγιστη που έχουν ανάγκη τα σώματα, για να διατηρηθεί η θερμοκρασία των εσωτερικών χώρων στους 20-22οC, μόνον όταν η εξωτερική θερμοκρασία είναι πάρα πολύ χαμηλή. Στην πραγματικότητα, όμως, τόσο χαμηλή εξωτερική θερμοκρασία στη χώρα μας έχουμε λίγες μέρες τον Χειμώνα.

Αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού είναι: σπατάλη καυσίμου, εσωτερική θερμοκρασία με μεγάλες αυξομειώσεις, ασυμφωνίες μεταξύ των ενοίκων για τους χρόνους λειτουργίας του καλοριφέρ κ.λ.π.

Για να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή οικονομία καυσίμων και θέρμανση όλη την ημέρα, με σταθερή εσωτερική θερμοκρασία, πρέπει να στέλνουμε στα σώματα του κτηρίου τόση ποσότητα θερμότητας, όση χρειάζεται κάθε φορά ανάλογα με τις εξωτερικές καιρικές συνθήκες, έτσι ώστε να παραμένει σταθερή η επιθυμητή θερμοκρασία των εσωτερικών χώρων.

Η ρύθμιση αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνεται με το χέρι, μπορεί όμως να γίνει με απόλυτη ακρίβεια με τη χρήση αντιστάθμισης.

Η συσκευή αντιστάθμισης, παρακολουθώντας συνεχώς τις καιρικές συνθήκες, καθώς και τη θερμοκρασία νερού του λέβητα, προγραμματίζει τη λειτουργία της θέρμανσης κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, στέλνοντας τη σωστή θερμοκρασία νερού στα σώματα, χωρίς να χρειάζεται την επέμβαση κανενός άλλου. Έτσι ο καυστήρας δεν λειτουργεί τις ίδιες ώρες συνολικά κάθε μέρα, αλλά μόνο όσες ώρες χρειάζεται, επιτυγχάνοντας τη μέγιστη δυνατή οικονομία καυσίμων και θέρμανση όλη την ημέρα, με σταθερή εσωτερική θερμοκρασία.

Το συμπέρασμα είναι ότι εάν θέλουμε να έχουμε κατ’ αρχήν δίκαιο επιμερισμό των δαπανών της θέρμανσης, πετάμε τους ωρομετρητές και στη θέση τους τοποθετούμε θερμιδομετρητές, το κόστος ανά διαμέρισμα δεν υπερβαίνει τα 250 ευρώ και ακόμα κι αν θέλουμε περισσότερη εξοικονόμηση ενέργειας, τοποθετούμε το σύστημα αντιστάθμισης με κόστος περίπου ανά διαμέρισμα 650 ευρώ.

Τα αποτελέσματα θα είναι θεαματικά και η απόσβεση θα έχει γίνει μέσα σε δύο μόλις Χειμώνες. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο.

* Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός – Ενεργειaκός Επιθεωρητής.