Τα άρρωστα κτίρια

Τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί ο όρος “sick building syndrome” και αναφέρεται στα κτίρια εκείνα στα οποία ευθύνονται για μια σειρά βλαβερών επιδράσεων στην υγεία των ενοίκων. Η εσωτερική ρύπανση, τα χημικά επίστρωσης και μια σειρά οικοδομικών υλικών καθώς και ο ανεπαρκής αερισμός αποτελούν τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης αυτού του συνδρόμου.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το 30% των νέων ή επισκευαζόμενων κτιρίων παρουσιάζουν προβλήματα “εσωτερικής ρύπανσης“. Ο ανεπαρκής ή ακατάλληλος αερισμός, καθώς και οι χημικοί, βιολογικοί και φυσικοί ρύποι που προέρχονται από διάφορες πηγές (π.χ. φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, προϊόντα καθαρισμού, καπνός από τσιγάρα κτλ.), μπορεί να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερα βλαβερό για τους ένοικους περιβάλλον.

Συμπτώματα όπως πονοκέφαλος, δύσπνοια, ίλιγγος, εξάντληση, λήθαργος, δακρύρροια, αδυναμία συγκέντρωσης σχετίζονται άμεσα με την παραμονή σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Οι ειδικοί ονομάζουν την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, τα οποία αφορούν κυρίως τους εργαζομένους σε γραφεία, “σύνδρομο άρρωστου κτιρίου“.

Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι σήμερα περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στον χώρο εργασίας, το ζήτημα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον των επιστημόνων. Σε ένα τυπικό κτίριο γραφείων ενδέχεται να βρίσκονται περισσότερες από 300 διαφορετικές ρυπογόνες ουσίες. Αυτό που καθορίζει όμως την ποιότητα της ατμόσφαιρας είναι η συγκέντρωσή τους στον χώρο.

Τα υλικά δόμησης ενός κτιρίου μπορεί να αποτελούν σημαντικές εστίες ρύπανσης, διότι περιέχουν μεγάλες ποσότητες πτητικών χημικών ουσιών, οι οποίες εξαερώνονται με τη θερμοκρασία των εσωτερικών χώρων. Σχετικές έρευνες έδειξαν ότι οι ουσίες αυτές προκαλούν προβλήματα στα μάτια και στο αναπνευστικό σύστημα.

Η φορμαλδεΰδη είναι επίσης μια χημική ουσία στην οποία εκτίθενται υπερβολικά οι ένοικοι των σύγχρονων κτιρίων. Εκπέμπεται κυρίως από τα προϊόντα πεπιεσμένου ξύλου (κοντραπλακέ, νοβοπάν) και τα μονωτικά υλικά (υαλοβάμβακας) και οι συνέπειές της κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι για την υγεία (ναυτία, ίλιγγος, σωματική κόπωση, ενοχλήσεις στο αναπνευστικό σύστημα).

arosto ktirio skitso

Σημαντικά “ενοχοποιείται” επίσης για διάφορες ασθένειες ακόμη και για καρκίνο ο αμίαντος, που χρησιμοποιήθηκε ευρέως τις προηγούμενες δεκαετίες σε δομικά υλικά (τσιμέντο), υλικά ηχομόνωσης, πυροπροστασίας καθώς και σε μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Η χρήση του απαγορεύτηκε μεν τη δεκαετία του ’70, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αμίαντος έκτοτε εξαφανίστηκε από τα κτίρια, εκτός αν έγινε ανακαίνιση και αφαίρεση των υλικών με αμίαντο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μόνο παραμένει σε πολλά κτίρια αλλά και “απελευθερώνεται” στον χώρο λόγω της παλαίωσης των υλικών επιδεινώνοντας την κατάσταση του κτιρίου. Ενδεικτική του μεγέθους του προβλήματος θεωρείται η απόφαση που ελήφθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εγκατάλειψη του κτιρίου Berlemont στις Βρυξέλλες, όπου διατηρούσε την έδρα της, πριν από μερικά χρόνια. Το κτίριο εκρίθη ακατάλληλο διότι η εκτεταμένη χρήση αμίαντου προκάλεσε σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.

Η κυριότερη αιτία για την εμφάνιση του συνδρόμου του άρρωστου κτιρίου είναι ωστόσο ο ανεπαρκής ή ο ακατάλληλος αερισμός. Μελέτες που έγιναν στις ΗΠΑ από το Εθνικό Ινστιτούτο Ασφάλειας Εργασίας και Υγείας κατέδειξαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα “άρρωστα” κτίρια σχετίζονται άμεσα με την κυκλοφορία τού αέρα στον χώρο.

Ιδιαίτερα προβλήματα δημιουργεί στην ποιότητα του εσωτερικού αέρα ο κλιματισμός. Τα φίλτρα των συστημάτων κλιματισμού μπορεί να γίνουν πηγές βακτηριδίων. Το πιο γνωστό ονομάζεται “Legionella pneumophila“, έδωσε μάλιστα το όνομά του και στην ασθένεια που προκαλεί και εντοπίζεται στα συστήματα κλιματισμού ή ύδρευσης ενός χώρου καθώς και σε συσκευές ύγρανσης.

Η νόσος των λεγεωνάριων μεταδίδεται εύκολα με σταγονίδια και σωματίδια και τα συμπτώματά της ποικίλλουν, από απλό κρυολόγημα ως και αναπνευστική ανεπάρκεια.

Ο έλεγχος ενός νέου κτιρίου προτού φιλοξενήσει τους ενοίκους του μπορεί να εντοπίσει σημαντικά προβλήματα ως προς τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις και να προλάβει την εκδήλωση πιθανής “ασθένειας” του κτιρίου. Όσον αφορά τα παλαιά κτίρια, η πλέον ενδεδειγμένη “θεραπεία” είναι η απομάκρυνση των πηγών ρύπανσης από τον χώρο.

Η θέρμανση, η ψύξη και ο φωτισμός είναι οι βασικές παράμετροι οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό ενός κτιρίου ή τη διορθωτική παρέμβαση σε αυτό προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα υγιές περιβάλλον.

Η ανακύκλωση του αέρα με μηχανικούς ανεμιστήρες, μέθοδοι φυσικού φωτισμού και σκίασης, ο φυσικός “κλιματισμός” με ανεμιστήρες οροφής και φυτά, η χρήση υλικών φιλικών προς τον χρήστη του κτιρίου είναι οι βιοκλιματικές λύσεις για τη βελτίωση του εσωτερικού χώρου ενός κτιρίου.

* Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός – Ενεργειακός Επιθεωρητής.